Η ακραία δολοφονία χαρακτήρα, θύματος και μαρτύρων, με ιδεολογική βάση, από τους συνηγόρους των έξι κατηγορούμενων αστυνομικών για τον βασανισμό του Βασίλη Μάγγου προδίδει το πιθανό κίνητρο

Κατά την ένατη δικάσιμο στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας, στις 13 Ιουλίου 2026, έξι χρόνια από τον θάνατο του Β. Μάγγου, κατέθεσαν οι μάρτυρες Κ.Χ. και Ο.Μ. Η πρώτη περιέγραψε όσα είδε το απόγευμα της 14/6/2020 έξω από τα δικαστήρια του Βόλου και την κατάσταση στην οποία βρήκε τον Βασίλη Μάγγο μετά την έξοδό του από την Αστυνομική Διεύθυνση, το βράδυ της ίδιας μέρας. Η δεύτερη, σύντροφός του επί τρία χρόνια, κατέθεσε για την εικόνα του όταν επέστρεψε στο σπίτι, όσα της αφηγήθηκε για τον ξυλοδαρμό του και την επιδείνωση της σωματικής και ψυχικής του κατάστασης τις επόμενες ημέρες. Η διαδικασία ήταν πολύωρη, από τις 09:25 ως τις 18:39, με ένα διάλειμμα δύο ωρών το μεσημέρι.

Υπενθυμίζουμε ότι στη δίκη παρίσταται μόνο υπεράσπιση για τους έξι κατηγορούμενους αστυνομικούς, αποτελούμενη από τους συνηγόρους Καπερνάρο, Σινέλη, Σκαλίμη, Βογιατζάκη, Κατσουλάκη και Χαντζιάρα, καθώς και τον συνήγορο Καραγιάννη που απουσίαζε τη συγκεκριμένη ημέρα. Το αίτημα των γονιών του Βασίλη Μάγγου να εκπροσωπούνται προς υποστήριξη της κατηγορίας έχει απορριφθεί από το δικαστήριο.

Ήδη η παρουσία του συνηγόρου Καπερνάρου προμήνυε ότι το κλίμα δεν θα ήταν κάπως πιο ήσυχο, όπως στην προηγούμενη δικάσιμο που ήταν απών. Με το γνωστό εριστικό του ύφος, υπέβαλε στο δικαστήριο για να καταστούν αναγνωστέα, ένα ποστ από τη σελίδα στο Facebook του Συντονισμού Συλλογικοτήτων Βόλου Ενάντια στην Καύση Σκουπιδιών, γιατί ένιωσε να θίγεται από τη φρασεολογία. Η πρόεδρος, αν και σημείωσε «Κύριε συνήγορε… τι μας αφορά τώρα εμάς αυτό;» το δέχτηκε.

Η δικάσιμος σημαδεύτηκε, από αναβάθμιση της τακτικής της έντασης κατά την εξέταση των μαρτύρων. Οι συνήγοροι έκαναν ξανά και ξανά, με πιο επιθετικό ύφος, ερωτήσεις που είχαν ήδη απαντηθεί, με διαφορετική ή και την ίδια διατύπωση ή έκαναν ερωτήσεις που έμοιαζαν με μίνι αγορεύσεις, που περιείχαν το συμπέρασμά τους, στις οποίες ζητούσαν από τις μάρτυρες επιτακτικά να απαντήσουν «με ένα ναι ή ένα όχι», πολλές φορές βάζοντας τις φωνές. Το αγαπημένο νέο μοτίβο συμπεριφοράς των συνηγόρων υπεράσπισης ήταν η υποβολή ερωτήσεων που συμπεριλάμβαναν εσφαλμένα, παραποιημένα ή και εντελώς ψευδή δεδομένα στις μάρτυρες, με τέτοιο τρόπο που να δημιουργεί εντυπώσεις στις τέσσερις ένορκες. Χρησιμοποίησαν επανειλημμένα την πολιτική ταυτότητα, την προσωπική ζωή, το παρελθόν και τη δική τους ερμηνεία για τις ιδέες του Β. Μάγγου. Σε αρκετές περιπτώσεις η πρόεδρος, η εισαγγελέας και οι δύο σύνεδροι χρειάστηκε να αποκαταστήσουν επί τόπου τι πραγματικά είχε ειπωθεί ή τι ακριβώς ανέφερε κάποιο έγγραφο που επικαλούνταν η υπεράσπιση.

Η ένταση μεταφέρθηκε αναπόφευκτα και στην οικογένεια. Η μητέρα του Βασίλη Μάγγου αντέδρασε όταν της αποδόθηκαν λόγια διαφορετικά από όσα είχε καταθέσει, ενώ ο πατέρας του, Γιάννης Μάγγος, φώναξε «Όχι ψέματα!» και «Δολοφονίες χαρακτήρα!» σε κάποιες από τις πιο ακραίες παραποιήσεις δεδομένων που υπέβαλαν οι συνήγοροι με τις ερωτήσεις τους.

Στο τέλος της δικασίμου, ο συνήγορος Καπερνάρος ανέφερε υπό τύπον απειλής «εάν ο μάρτυρας δεν απαντάει μπορεί να διαπιστωθεί ψευδομαρτυρία και να υπάρξουν ποινές», θυμίζοντας την τακτική εντυπώσεων που έχουμε δει από τους συνηγόρους υπεράσπισης των χρυσαυγιτών (εκ των οποίων έχει διατελέσει και ο ίδιος) ή των φονιάδων του Ζακ Κωστόπουλου.

1. Τι κατέθεσαν οι μάρτυρες

Κ.Χ.: Από τον ξυλοδαρμό έξω από τα δικαστήρια έως την έξοδο από την Αστυνομική Διεύθυνση

Η Κ.Χ. στις 14/06/2020 βρισκόταν στη συγκέντρωση έξω από τα δικαστήρια του Βόλου. Όπως κατέθεσε, ήταν πιο πίσω, προς το σιντριβάνι, όταν άκουσε θόρυβο και κινήθηκε μπροστά. Είδε τον Βασίλη Μάγγο να έρχεται από την πλευρά της οδού Γαλλίας προς την Ελευθερίου Βενιζέλου και να κατευθύνεται προς τους αστυνομικούς. Τότε, σύμφωνα με την περιγραφή της, ένας άνδρας με πολιτικά και λευκά ρούχα έκανε μια κίνηση με το χέρι προς τους αστυνομικούς. Εκείνοι κινήθηκαν εναντίον του Μάγγου, τον έριξαν κάτω και άρχισαν να τον χτυπούν με κλοτσιές και γκλομπ, ενώ αυτός προσπαθούσε να προστατευτεί με τα χέρια του.

Η μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο Μάγγος, αφού του πέρασαν χειροπέδες, περπάτησε μέχρι το αστυνομικό όχημα, κρατούμενος από αστυνομικούς αλλά όχι υποβασταζόμενος. Όταν ρωτήθηκε για την κίνηση του άνδρα με τα πολιτικά, την απέδωσε ως «μην τον αφήσετε να έρθει». Τόνισε ότι δεν είχε δει απειλητική κίνηση από τον Μάγγο που να δικαιολογεί την αντίδραση των αστυνομικών.

Αργότερα την ίδια ημέρα, η Κ.Χ. βρέθηκε μαζί με τη φίλη της, Μ., προκειμένου να μεταφέρουν φαγητό και άλλα πράγματα στον Θ.Σ., ο οποίος κρατούνταν στην Αστυνομική Διεύθυνση από τη διαδήλωση στην ΑΓΕΤ την προηγούμενη μέρα (13 Ιουνίου 2020). Η ίδια και ακόμη ένα άτομο περίμεναν μέσα στο αυτοκίνητο σε απόσταση από το κτίριο. Από την απέναντι πλευρά του δρόμου είδαν τη Μ. να επιστρέφει κρατώντας τον Βασίλη Μάγγο από τον ώμο. Όπως είπε, εκείνος δυσκολευόταν να σταθεί και χρειάστηκε προσπάθεια για να διασχίσει τον δρόμο.

Μέσα στο αυτοκίνητο ήταν χτυπημένος, έκλαιγε και πονούσε. Η Μ. τού πρότεινε να καλέσουν ασθενοφόρο, αλλά εκείνος επέμενε ότι ήθελε να πάει στο σπίτι και να βρεθεί με την οικογένειά του. Η διαδρομή, σύμφωνα με τη μάρτυρα, κράτησε περίπου δεκαπέντε λεπτά, καθώς κινούνταν αργά για να μην επιβαρύνεται από τους κραδασμούς. Η Κ.Χ. είπε ότι τον είδε να σηκώνει την μπλούζα του και παρατήρησε κόκκινο σημάδι στο σώμα του.

Στη διάρκεια της διαδρομής, ο Μάγγος τούς περιέγραψε ότι δύο άνδρες της ΟΠΚΕ τού κρατούσαν τα χέρια πίσω και ένας τρίτος, με πολιτικά, τον χτυπούσε. Τους είπε ακόμη ότι ζήτησε νερό, δεν του έδωσαν και τον έστειλαν σε ψύκτη που δεν λειτουργούσε, ενώ τον κορόιδευαν και τον εξύβριζαν. Κατά τη μάρτυρα, προσπαθούσε να τους πει όσο περισσότερα μπορούσε, αλλά διέκοπτε επειδή έκλαιγε από τον πόνο. Η ίδια περιέγραψε την εικόνα ως ψυχολογική κατάρρευση έπειτα από όσα είχαν συμβεί.

Η Κ.Χ. είχε δει τον Μάγγο και πριν από το περιστατικό, χωρίς να έχει στενή προσωπική σχέση μαζί του. Απέκλεισε το ενδεχόμενο η κατάσταση στην οποία τον βρήκε να οφειλόταν σε χρήση ουσιών. Αντίθετα, είπε ότι ανάμεσα στην εικόνα του έξω από τα δικαστήρια και στην εικόνα του μετά την έξοδό του από την Αστυνομική Διεύθυνση υπήρχε φανερή επιδείνωση.

Ως προς το υπόμνημα που είχε καταθέσει στην προδικασία, ήταν κατηγορηματική ότι περιείχε τη δική της αφήγηση. Εξήγησε ότι η ίδια έγραψε όσα ήθελε να καταθέσει και ότι με τον δικηγόρο έγινε σύμπτυξη του κειμένου, επειδή αρχικά επιθυμούσε να συμπεριλάβει ακόμη περισσότερα.

Ο.Μ.: «Κάθε μέρα ήταν χειρότερα»

Η Ο.Μ, η οποία είχε σχέση με τον Βασίλη Μάγγο από το καλοκαίρι του 2017, στις 14/06/2020 το απόγευμα πληροφορήθηκε από το διαδίκτυο ότι τον είχαν χτυπήσει και προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά εκείνος δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Τον συνάντησε αργότερα στην πλατεία Ελευθερίας, όταν τον μετέφερε εκεί η παρέα με το αυτοκίνητο από την Αστυνομική Διεύθυνση.

Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ο Μάγγος πονούσε πολύ και της είπε ότι είχε δεχτεί χτυπήματα σε τρία διαφορετικά στάδια: έξω από τα δικαστήρια, μέσα στο όχημα της ΟΠΚΕ και στην Ασφάλεια. Για τη μεταφορά του με το όχημα, της περιέγραψε δύο ένστολους δίπλα του, αριστερά και δεξιά, οι οποίοι τον χτυπούσαν. Για όσα συνέβησαν στην Ασφάλεια, της είπε ότι τον είχαν καθισμένο σε καρέκλα, με τα χέρια κρατημένα πίσω, και ότι τον χτυπούσαν διαδοχικά. Αργότερα, απαντώντας σε ερωτήσεις, έκανε λόγο για έξι άτομα, «ο ένας μετά τον άλλον».

Η Ο.Μ. κατέθεσε επίσης ότι τον έβριζαν και τον απειλούσαν, ότι τον χτυπούσαν στα πλευρά, ότι δεν του έδωσαν νερό και ότι, παρότι ζήτησε γιατρό, τελικά τον έδιωξαν. Όταν έφτασε στο σπίτι, ήρθε πρώτα η μητέρα του και στη συνέχεια ο πατέρας του. Η ίδια τον περιέγραψε σε πολύ άσχημη σωματική κατάσταση, διπλωμένο από τον πόνο. Την επόμενη ημέρα τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο.

Οι συνέπειες δεν περιορίστηκαν, σύμφωνα με τη μάρτυρα, στους πόνους. Για ένα διάστημα δεν μπορούσαν να κοιμηθούν μαζί, επειδή ο Μάγγος πονούσε, ενώ ακόμη και οι κοντινές μετακινήσεις ήταν δύσκολες. «Κάθε μέρα ήταν χειρότερα», είπε, αποδίδοντας την επιδείνωση τόσο στη σωματική ταλαιπωρία όσο και στο βαθύ ψυχικό πλήγμα. Όταν η πρόεδρος τη ρώτησε αν είχε πληγωθεί ο εγωισμός ή η αξιοπρέπειά του, απάντησε: «Τα πάντα. Όλα».

Η Ο.Μ. είπε ότι δεν τον είχε δει ποτέ σε τόσο κακή κατάσταση στα τρία χρόνια της σχέσης τους και διευκρίνισε ότι αναφερόταν στα χτυπήματα, όχι σε χρήση ουσιών. Δήλωσε ότι δεν τον είχε δει να κάνει χρήση μπροστά της και ότι δεν θεωρούσε υπερβολικά ή αναληθή όσα της περιέγραψε. Ανέφερε ακόμη ότι ο Μάγγος σκόπευε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη και είχε έρθει σε επαφή με δικηγόρο.

Για το κείμενο που ο Β. Μάγγος δημοσίευσε μετά τον ξυλοδαρμό του, η μάρτυρας απάντησε στις σχετικές ερωτήσεις ότι ήταν δικό του. Ήταν παρούσα κάποιες φορές όσο το έγραφε και εξήγησε ότι ένα μεγάλο κείμενο δεν συντάσσεται μονομιάς. Επισήμανε, άλλωστε, ότι ο Μάγγος έγραφε από μικρός, κρατούσε τετράδια και ασχολούνταν με την ποίηση και τη λογοτεχνία.

2. Τα επαναλαμβανόμενα «λάθη» και η μέθοδος της υπεράσπισης

Οι συνήγοροι υπεράσπισης κατά την εξέταση των δύο μαρτύρων δεν περιορίστηκαν στην αποσαφήνιση των πραγματικών περιστατικών. Επί ώρες επανέφεραν τις ίδιες ερωτήσεις, παρουσίαζαν ως αντιφάσεις διαφορετικές διατυπώσεις της ίδιας ουσιαστικά απάντησης και απέδιδαν στις μάρτυρες ή σε προηγούμενες καταθέσεις φράσεις που δεν είχαν ειπωθεί έτσι. Δεν επρόκειτο για μία μεμονωμένη αστοχία, γιατί το μοτίβο επαναλήφθηκε τόσες φορές, ώστε η έδρα χρειάστηκε να παρεμβαίνει διαρκώς.

Ήδη, από την αρχή της διαδικασίας, η εισαγγελέας διαμαρτυρήθηκε ότι δεν μπορούσε να ολοκληρώσει ούτε μία φράση χωρίς να διακόπτεται. Η ίδια κατάσταση επαναλήφθηκε στις καταθέσεις: οι ερωτήσεις συχνά διαδέχονταν η μία την άλλη πριν δοθεί ολοκληρωμένη απάντηση, ενώ σχόλια ακούγονταν τόσο από τους συνηγόρους όσο και από τους κατηγορούμενους αστυνομικούς. Η πρόεδρος χρειαζόταν να πει αρκετές φορές ότι μια μάρτυρας έχει ήδη απαντήσει σε μια επαναλαμβανόμενη ερώτηση ή, αντίθετα, ότι το δικαστήριο πρέπει να ακούσει την ολοκληρωμένη απάντηση της μάρτυρα, όταν οι συνήγοροι διέκοπταν, συχνά πριν ξεκινήσει η απάντηση.

Ανύπαρκτες αντιφάσεις και υποβολή ψευδών δεδομένων

Στην Κ.Χ. αποδόθηκε ότι είχε πει πως ο Μάγγος «δεν μπορούσε να μιλήσει», ώστε να παρουσιαστεί ως αντιφατική η κατάθεσή της ότι μέσα στο αυτοκίνητο έκλαιγε και τους περιέγραφε όσα είχαν συμβεί. Η ίδια αντέδρασε ότι η ερώτηση ήταν παραπλανητική και ότι απομονώνονταν λέξεις για να συγκολληθούν μεταξύ τους. Η έδρα ανέτρεξε στις σημειώσεις της διαδικασίας και διαπίστωσε ότι ο ισχυρισμός δεν αντιστοιχούσε σε όσα είχε καταθέσει.

Ανάλογη μέθοδος ακολουθήθηκε όταν η Κ.Χ. είπε ότι ο Μάγγος ήταν σε τόσο άσχημη κατάσταση ώστε προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν. Η απάντηση μετατράπηκε σε δήθεν αντίφαση με το γεγονός ότι μπορούσε να μιλήσει. Όταν εκείνη διαμαρτυρήθηκε ότι «μαγειρεύονται» τα λεγόμενά της, η πρόεδρος της ζήτησε, ευγενικά, να μην απαντά στα σχόλια και να απευθύνεται στην έδρα.

Στην εξέταση της Ο.Μ., ο συνήγορος Σινέλης δήλωσε ότι ο Μάγγος «προκάλεσε τροχαίο». Η πρόεδρος παρενέβη διευκρινίζοντας ότι δεν είχε προκαλέσει τροχαίο, αλλά είχε πέσει μόνος του με μηχανάκι και είχε κληθεί το ΕΚΑΒ. Η απάντηση του συνηγόρου ήταν «έστω», πριν συνεχίσει με την ίδια γραμμή ερωτήσεων.

Παραποίηση προηγούμενων καταθέσεων

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά αφορούσε τη μητέρα του Βασίλη Μάγγου. Ο Σκαλίμης υποστήριξε ότι εκείνη «είχε πει πως βοηθούσε τον γιο της να συντάξει τη δημόσια καταγγελία του». Η μητέρα αντέδρασε έντονα. Η πρόεδρος αποκατέστησε αμέσως το περιεχόμενο της προηγούμενης κατάθεσής της: είχε πει ότι έβλεπε το κείμενο και το διάβασε, όχι ότι το συνέγραψε ή ότι βοήθησε στη σύνταξή του.

Ακόμη σοβαρότερη ήταν η επίκληση από τον Κατσουλάκη μιας δήθεν κατάθεσης του «πλέον συγγενικού προσώπου», σύμφωνα με την οποία η μητέρα είχε διαπιστώσει χρήση ουσιών κατά τους δύο τελευταίους μήνες. Η σύνεδρος εκ δεξιών ζήτησε να διαβαστεί το έγγραφο. Η εισαγγελέας το ανέγνωσε και η σύνεδρος επισήμανε ότι η μητέρα δεν είχε μιλήσει για χρήση: είχε πει ότι έβλεπε τον γιο της να καταπίπτει τους δύο τελευταίους μήνες. Η πρόεδρος ακολούθως συνέστησε στους συνηγόρους να διαβάζουν κάθε φορά το αναγνωστέο έγγραφο, ώστε «να μη γίνονται παρεξηγήσεις».

Όταν η έδρα αποκαθιστούσε τι είχε πράγματι ειπωθεί

Η εξ αριστερών σύνεδρος παρενέβη όταν έγινε προσπάθεια να αποδοθεί ότι είχε αναφέρει και άλλον ξυλοδαρμό του Μάγγου, εκείνη εξήγησε ότι αναφερόταν στο ήδη γνωστό περιστατικό με τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Παρά την παρέμβαση του Σινέλη ότι η μάρτυρας δεν είχε πει αυτό, η σύνεδρος ζήτησε να ολοκληρώσει την ερώτησή της χωρίς τη «συνδρομή» συνηγόρου και η διευκρίνιση καταγράφηκε.

Στο τέλος της διαδικασίας, ο Καπερνάρος ανέφερε σε ερώτηση προς την Ο.Μ. ότι είπε πως της τηλεφώνησε η δικηγόρος Άννυ Παπαρρούσου. Η πρόεδρος τον σταμάτησε, θυμίζοντας ότι η μάρτυρας δεν είχε πει ότι μίλησε η ίδια με τη δικηγόρο, αλλά ότι είχε μιλήσει ο Βασίλης Μάγγος. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι «το είχε σημειώσει λάθος επειδή η μάρτυρας μιλούσε χαμηλόφωνα».

Στη συνέχεια όμως ακολούθησε κι άλλη λαθροχειρία: και πάλι ο Καπερνάρος υπέβαλε ως δεδομένο ότι «κανένας άλλος μάρτυρας δεν είπε ότι τον χτύπησαν στο αυτοκίνητο από τα δικαστήρια προς στην Αστυνομική Διεύθυνση», ενώ, όπως παρατήρησε η έδρα, είναι κάτι που έχουν επαναλάβει πολλοί μάρτυρες.

Από τα περιστατικά στον χαρακτήρα του θανόντος και των μαρτύρων

Το δεύτερο σκέλος της υπερασπιστικής γραμμής ήταν η μετατόπιση από τις καταγγελλόμενες πράξεις των κατηγορουμένων στον χαρακτήρα και στην πολιτική ή προσωπική ζωή του θανόντος. Προφανώς θέλοντας να δημιουργήσουν την εικόνα ότι του άξιζε αυτό που έπαθε στα χέρια των αστυνομικών. Οι μάρτυρες ρωτήθηκαν για τον αναρχικό χώρο, τις κινητοποιήσεις στην ΑΓΕΤ, τραυματισμούς αστυνομικών, μολότοφ, το ποινικό παρελθόν του Μάγγου, αν ήταν φορέας ηπατίτιδας, αν έκανε παλαιότερα χρήση ουσιών, ακόμη και για το αν υπήρχαν σημάδια από βελόνες στους καρπούς του.

Ο Σινέλης διάβασε αποσπάσματα από ποιητικό κείμενο του Μάγγου, εστιάζοντας στις λέξεις «ελευθεριακοί» και «στίγμα του πρεζάκια», για να διερευνήσει αν είχε δεχτεί βία και από ανθρώπους του πολιτικού του χώρου. Η πρόεδρος ρώτησε επανειλημμένα ποια σχέση έχουν αυτά με τις κατηγορίες. Το ίδιο έκανε όταν ο συνήγορος επανέφερε τα γεγονότα της ΑΓΕΤ και ρωτούσε αν είχαν τραυματιστεί αστυνομικοί ή αν είχαν χρησιμοποιηθεί μολότοφ.

Απέναντι στη μάρτυρα Κ.Χ. επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί η εντύπωση πολιτικής προκατάληψης, με αλλεπάλληλες ερωτήσεις από τον συνήγορο Καπερνάρο για το αν θεωρεί τους αστυνομικούς «μπάτσους». Η πρόεδρος έκρινε ότι το ζήτημα δεν αφορούσε την υπόθεση και της είπε να μην απαντήσει. Απέναντι στην Ο.Μ., οι ερωτήσεις για το γιατί δεν κάλεσε η ίδια την αστυνομία ή το νοσοκομείο, γιατί δεν πήγε αμέσως στο σπίτι και γιατί οι φίλοι δεν άφησαν τον Μάγγο ακριβώς μπροστά στην πολυκατοικία συνοδεύτηκαν από αιτιάσεις περί «αδιαφορίας», όπως είχαν γίνει και για τον πατέρα και τη μητέρα του θύματος. Η μάρτυρας, όταν ρωτήθηκε γιατί η ίδια δεν κατήγγειλε αστυνομική βία που είχε υποστεί, απάντησε δείχνοντας τη διαδικασία που βίωνε εκείνη την ώρα: «Για να μη ζήσω αυτό».

***

Αυτές οι συμπεριφορές των συνηγόρων ξεπερνούν τα όρια των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των έξι κατηγορουμένων αστυνομικών.

Είναι αναφαίρετο δικαίωμα της υπεράσπισης οποιουδήποτε κατηγορούμενου να υποστηρίξει ένα ψέμα που ισχυρίζεται ο πελάτης της. Αυτό είναι όμως εντελώς διαφορετικό από την απόπειρα να παραπλανήσει ένα μάρτυρα, υποβάλλοντας το ψέμα ως δεδομένο. Είναι επίσης και δεοντολογική υποχρέωση των συνηγόρων να σέβονται την προσωπικότητα του αντιδίκου τους, ιδίως μάλιστα όταν αυτός είναι νεκρός και πολύ περισσότερο όταν δεν παρίσταται κανείς με δικαίωμα αντιλόγου στη διαδικασία εκ μέρους του.

Η χωρίς ενδοιασμούς δολοφονία χαρακτήρα του θύματος και η συνολική προσπάθεια των συνηγόρων να αποδείξουν ότι ο Βασίλης Μάγγος ήταν το απόλυτο κακό που, όπως το παρουσιάζουν, άξιζε στο ακέραιο το – διαπιστωμένο ιατρικά και ιατροδικαστικά – σάπισμά του στο ξύλο τις ώρες που ήταν στα χέρια των αστυνομικών τους οποίους εκπροσωπούν, επειδή είχε το τάδε παρελθόν και τις δείνα απόψεις, μας δείχνει ένα πράγμα: ποιο μπορεί να ήταν το κίνητρο ώστε να βασανιστεί ο Βασίλης Μάγγος.

Η δίκη έχει προγραμματιστεί να συνεχιστεί την Πέμπτη 16 και την Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026.