25/6/2026
Όταν οι αυθαιρεσίες αποκαλύπτονται, η απάντηση της κυβέρνησης και των οργάνων της είναι η δίωξη όσων τις καταγγέλλουν. Η μήνυση κατά της προέδρου του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Σ.Ε.Π.Ε.) «Αριστοτέλης» Ντίνας Ρέππα αποτελεί ακόμη έναν κρίκο στην αλυσίδα των επιθέσεων στα αγωνιζόμενα σωματεία και τους/τις εκπαιδευτικούς που αρνούνται να σιωπήσουν. Στο στόχαστρο δε βρίσκεται μόνο μια συνδικαλίστρια, αλλά το ίδιο το δικαίωμα στη συλλογική δράση, την κριτική, την αντίσταση.
Συγκεκριμένα, η πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια του 144ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας, Νίκη Κεφαλληνού, υπέβαλε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση κατά της προέδρου του Σ.Ε.Π.Ε. «Αριστοτέλης» Ντίνας Ρέππα. Αιτία ήταν η ομόφωνη καταγγελία που εξέδωσε το Δ.Σ. του σωματείου «Αριστοτέλης», έπειτα από καταγγελίες εκπαιδευτικών για παραβίαση αποφάσεων του Συλλόγου Διδασκόντων που αφορούσαν την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας: η πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια άλλαξε στην πλατφόρμα του ΙΕΠ τις συντονίστριες που ο Σύλλογος Διδασκόντων είχε ορίσει για να αναρτήσουν την απεργία-αποχή, παραποιώντας το πρακτικό του. Μάλιστα, μεταγενέστερη υπηρεσιακή έρευνα δικαίωσε τον Σύλλογο Διδασκόντων, αναγνωρίζοντας ως παράτυπες τις σχετικές παρεμβάσεις στο πρακτικό.
Η μήνυση αυτή δεν είναι μια προσωπική υπόθεση. Είναι μια ξεκάθαρη πολιτική δίωξη με στόχο να χτυπηθεί το συγκεκριμένο σωματείο που ποτέ δε λειτούργησε ως προέκταση της διοίκησης, αλλά εναντιώθηκε στις αυθαιρεσίες της υπερασπιζόμενο τα δικαιώματα εκπαιδευτικών και μαθητ(ρι)ών, το δημόσιο σχολείο, τις δημοκρατικές ελευθερίες και τις συλλογικές αποφάσεις του κλάδου.
Η μήνυση αυτή επιχειρεί να ποινικοποιήσει τη συνδικαλιστική δράση, την ελεύθερη διακίνηση απόψεων και αποφάσεων, ακόμη και το δικαίωμα των εργαζομένων να ενημερώνονται για όσα συμβαίνουν στους χώρους δουλειάς τους. Η κυβέρνηση θέλει να επιβάλλει καθεστώς φόβου και σιωπής -ειδικά για το ζήτημα της αξιολόγησης- και ο συνδικαλισμός της συναίνεσης το νομιμοποιεί, ώστε οι αυθαιρεσίες της διοίκησης να μένουν στο σκοτάδι και όσοι/όσες τις αποκαλύπτουν να πληρώνουν το τίμημα. Θέλουν να στείλουν μήνυμα σε όλο τον εκπαιδευτικό κόσμο πως όποιος/όποια αντιστέκεται, καταγγέλλει και αγωνίζεται, θα διώκεται. Θέλουν σωματεία σιωπηλά, εκπαιδευτικούς φοβισμένους/ες και σχολεία πειθαρχημένα στις κυβερνητικές επιταγές.
Η μήνυση αυτή έρχεται να προστεθεί σε ένα κύμα συνδικαλιστικών διώξεων σε όλη τη χώρα: πειθαρχικά, δικαστικές διώξεις αγωγές εναντίον εκπαιδευτικών και σωματείων. Αφορά χιλιάδες εκπαιδευτικούς που υπερασπίζονται τα μορφωτικά δικαιώματα των παιδιών και διεκδικούν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, που αγωνίζονται ενάντια στην αξιολόγηση των σχολείων μέσω της οποίας επιδιώκεται η κατηγοριοποίηση σχολείων και μαθητών/τριών.
Το καθεστώς φόβου που επιδιώκεται να επιβληθεί συνδέεται στενά με την προσπάθεια της κυβέρνησης να επιταχύνει τη μετατροπή της δημόσιας εκπαίδευσης σε πεδίο αγοράς και κερδοφορίας συνεχίζοντας το έργο όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων: υποχρηματοδότηση, αξιολόγηση, «αυτονομία» σχολείων, πολλαπλό βιβλίο και επιχειρηματική διείσδυση ανοίγουν τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση. Τράπεζες, ιδρύματα και επιχειρηματικοί όμιλοι αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο σε σχολεία, πανεπιστήμια και επαγγελματική εκπαίδευση. Παράλληλα, η αξιολόγηση μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου και πειθάρχησης, ενώ η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), η Τράπεζα Θεμάτων και το Εθνικό Απολυτήριο ενισχύουν τους ταξικούς φραγμούς και τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Οι διώξεις εκπαιδευτικών, ο αυταρχισμός και η καλλιέργεια μιλιταριστικής κουλτούρας στα σχολεία συμπληρώνουν το παζλ. Για αυτό η υπεράσπιση της δημόσιας, δωρεάν και δημοκρατικής εκπαίδευσης είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.
Ο Σύλλογος «Αριστοτέλης» και η πρόεδρός του δεν είναι μόνοι. Η υπεράσπιση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, των συλλογικών διαδικασιών και του δικαιώματος δημόσιας έκφρασης αφορά ολόκληρο τον κόσμο της εκπαίδευσης και της εργασίας.
Η απάντηση είναι η αλληλεγγύη, η συλλογική δράση και η μαζική κινητοποίηση.
Συγκεκριμένα, η πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια του 144ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας, Νίκη Κεφαλληνού, υπέβαλε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση κατά της προέδρου του Σ.Ε.Π.Ε. «Αριστοτέλης» Ντίνας Ρέππα. Αιτία ήταν η ομόφωνη καταγγελία που εξέδωσε το Δ.Σ. του σωματείου «Αριστοτέλης», έπειτα από καταγγελίες εκπαιδευτικών για παραβίαση αποφάσεων του Συλλόγου Διδασκόντων που αφορούσαν την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας: η πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια άλλαξε στην πλατφόρμα του ΙΕΠ τις συντονίστριες που ο Σύλλογος Διδασκόντων είχε ορίσει για να αναρτήσουν την απεργία-αποχή, παραποιώντας το πρακτικό του. Μάλιστα, μεταγενέστερη υπηρεσιακή έρευνα δικαίωσε τον Σύλλογο Διδασκόντων, αναγνωρίζοντας ως παράτυπες τις σχετικές παρεμβάσεις στο πρακτικό.
Η μήνυση αυτή δεν είναι μια προσωπική υπόθεση. Είναι μια ξεκάθαρη πολιτική δίωξη με στόχο να χτυπηθεί το συγκεκριμένο σωματείο που ποτέ δε λειτούργησε ως προέκταση της διοίκησης, αλλά εναντιώθηκε στις αυθαιρεσίες της υπερασπιζόμενο τα δικαιώματα εκπαιδευτικών και μαθητ(ρι)ών, το δημόσιο σχολείο, τις δημοκρατικές ελευθερίες και τις συλλογικές αποφάσεις του κλάδου.
Η μήνυση αυτή επιχειρεί να ποινικοποιήσει τη συνδικαλιστική δράση, την ελεύθερη διακίνηση απόψεων και αποφάσεων, ακόμη και το δικαίωμα των εργαζομένων να ενημερώνονται για όσα συμβαίνουν στους χώρους δουλειάς τους. Η κυβέρνηση θέλει να επιβάλλει καθεστώς φόβου και σιωπής -ειδικά για το ζήτημα της αξιολόγησης- και ο συνδικαλισμός της συναίνεσης το νομιμοποιεί, ώστε οι αυθαιρεσίες της διοίκησης να μένουν στο σκοτάδι και όσοι/όσες τις αποκαλύπτουν να πληρώνουν το τίμημα. Θέλουν να στείλουν μήνυμα σε όλο τον εκπαιδευτικό κόσμο πως όποιος/όποια αντιστέκεται, καταγγέλλει και αγωνίζεται, θα διώκεται. Θέλουν σωματεία σιωπηλά, εκπαιδευτικούς φοβισμένους/ες και σχολεία πειθαρχημένα στις κυβερνητικές επιταγές.
Η μήνυση αυτή έρχεται να προστεθεί σε ένα κύμα συνδικαλιστικών διώξεων σε όλη τη χώρα: πειθαρχικά, δικαστικές διώξεις αγωγές εναντίον εκπαιδευτικών και σωματείων. Αφορά χιλιάδες εκπαιδευτικούς που υπερασπίζονται τα μορφωτικά δικαιώματα των παιδιών και διεκδικούν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, που αγωνίζονται ενάντια στην αξιολόγηση των σχολείων μέσω της οποίας επιδιώκεται η κατηγοριοποίηση σχολείων και μαθητών/τριών.
Το καθεστώς φόβου που επιδιώκεται να επιβληθεί συνδέεται στενά με την προσπάθεια της κυβέρνησης να επιταχύνει τη μετατροπή της δημόσιας εκπαίδευσης σε πεδίο αγοράς και κερδοφορίας συνεχίζοντας το έργο όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων: υποχρηματοδότηση, αξιολόγηση, «αυτονομία» σχολείων, πολλαπλό βιβλίο και επιχειρηματική διείσδυση ανοίγουν τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση. Τράπεζες, ιδρύματα και επιχειρηματικοί όμιλοι αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο σε σχολεία, πανεπιστήμια και επαγγελματική εκπαίδευση. Παράλληλα, η αξιολόγηση μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου και πειθάρχησης, ενώ η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), η Τράπεζα Θεμάτων και το Εθνικό Απολυτήριο ενισχύουν τους ταξικούς φραγμούς και τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Οι διώξεις εκπαιδευτικών, ο αυταρχισμός και η καλλιέργεια μιλιταριστικής κουλτούρας στα σχολεία συμπληρώνουν το παζλ. Για αυτό η υπεράσπιση της δημόσιας, δωρεάν και δημοκρατικής εκπαίδευσης είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.
Ο Σύλλογος «Αριστοτέλης» και η πρόεδρός του δεν είναι μόνοι. Η υπεράσπιση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, των συλλογικών διαδικασιών και του δικαιώματος δημόσιας έκφρασης αφορά ολόκληρο τον κόσμο της εκπαίδευσης και της εργασίας.
Η απάντηση είναι η αλληλεγγύη, η συλλογική δράση και η μαζική κινητοποίηση.
Η συνδικαλιστική δράση είναι δικαίωμα, όχι έγκλημα. Να αποσυρθεί η μήνυση τώρα.
Οι συλλογικοί αγώνες δε φιμώνονται. Όσο εντείνουν τον αυταρχισμό, τόσο θα δυναμώνει η συλλογική αντίσταση.
Κ.Ε.Δ.Δ.Α. - Κίνηση για τις Ελευθερίες, τα Δημοκρατικά Δικαιώματα, την Αλληλεγγύη
