18.6.21

Οδηγίες για διαδηλωτές

Στοιχειώδη δικαιώματα υποψηφίων θυμάτων της κρατικής καταστολής – Κείμενο Ομάδας Νομικών

“ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ”

ΚΕΙΜΕΝΟ ΟΜΑΔΑΣ ΝΟΜΙΚΩΝ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2021

Με τον τίτλο αυτό είχε εκδοθεί πριν σαράντα περίπου χρόνια για πρώτη φορά μία μπροσούρα με πολύτιμες συμβουλές για διαδηλωτές, προσαγόμενους και συλληφθέντες. Οι κινηματικοί δικηγόροι, αποτελώντας πάντοτε ένα οργανικό μέρος του αγωνιζόμενου λαού, φρόντιζαν όλες τις εποχές να εφοδιάζουν τους αγωνιστές με τις κατάλληλες οδηγίες και γνώσεις για το πώς να αντιμετωπίζουν συνθήκες προσαγωγής ή σύλληψης, πώς να συμπεριφέρονται και ποιά είναι τα δικαιώματά τους. Τις παλιότερες δεκαετίες το έκαναν και οι ίδιες οι οργανώσεις της αριστεράς.

Η μπροσούρα αυτή επανεκδόθηκε πολλές φορές και κυκλοφόρησε ευρύτατα τις δεκαετίες 1980, 1990, ακόμα και 2000, κατά καιρούς γράφτηκαν και άλλες, την περίοδο 2008-2009, εποχή της εξέγερσης εργαζομένων και νεολαίας ενάντια στην αστυνομική καταστολή με αιτία την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, κυκλοφόρησε η μπροσούρα της «Ομάδας Νομικής Βοήθειας», που είχε συγκροτηθεί τότε από κινηματικούς δικηγόρους, ενώ ακολούθησαν και άλλες την σχεδόν αμέσως επόμενη περίοδο των μνημονιακών αντιστάσεων και μέχρι και σήμερα από διάφορες παρόμοιες ομάδες νομικών, ενώ η εκτεταμένη χρήση του διαδικτύου απλοποίησε ακόμα περισσότερο τον τρόπο διακίνησής τους. Φυσικά όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαψε ούτε η καταστολή ούτε οι διαδηλώσεις και οι αντιστάσεις. Αναβαθμίστηκαν και τα δύο και διαμορφώθηκαν νέοι νομικοί παράγοντες, νέες συνήθειες από τις κατασταλτικές δυνάμεις, νέες ανακριτικές και δικονομικές πρακτικές και νέες μορφές καταστολής. Αλλαξαν νόμοι (όπως οι κώδικες, ποινικός και ποινικής δικονομίας.  Εδώ είναι που λέει και το τραγούδι “όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν”. Για τους λόγους αυτούς θεωρήσαμε χρέος μας να προχωρήσουμε στην διατύπωση μίας επικαιροποιημένης σχετικής οδηγίας που να συνθέτει τα διαχρονικά στοιχεία εκείνων που προηγήθηκαν με αυτά που έχουν προστεθεί πρόσφατα τα τελευταία χρόνια. Φυσικά το κείμενο αυτό δεν φιλοδοξεί σε καμμία περίπτωση να υποκαταταστήσει την υπεύθυνη και εξατομικευμένη συμβουλή από δικηγόρο, παρά μόνο να την αναπληρώσει προσωρινά σε συνθήκες που δεν είναι ακόμα εφικτή.

Κύριες νομικές πηγές άντλησης των συμβουλών αυτών, όπως και παρακάτω κατατίθενται, είναι ο Ποινικός Κώδικας (Π.Κ.) , ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.), ο Ν. 4703/2020 για τις συναθροίσεις, το ΠΔ 141/1991 για τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες της αστυνομίας και το ΠΔ 342/1977 για την σήμανση και δακτυλοσκόπηση.

Κρίνουμε ότι τα παραπάνω έχουν ιδιαίτερη σημασία σήμερα, που όχι μόνο έχει ξεχαστεί ολότελα το παλιό αίτημα των προοδευτικών δικηγόρων να αφαιρεθεί από την αστυνομία κάθε προανακριτική αρμοδιότητα, αλλά αντίθετα έχουν ενδυναμωθεί οι αστυνομικές εξουσίες, ζούμε σε ένα εντεινόμενο κράτος καταστολής, με μία κυβέρνηση, η οποία αυξάνει μεθοδευμένα και καθημερινά τον περιορισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών σε μία μακρά περίοδο που οι οικονομικοπολιτικές της επιλογές προκαλούν σημαντικές αντιστάσεις, υποθάλπει και καλύπτει όλες τις αστυνομικές αυθαιρεσίες και στην ουσία δείχνει να ενδιαφέρεται όχι για την πολιτική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς και των τραμπουκισμών της Χρυσής Αυγής, που πρόσφατα το αντιφασιστικό κίνημα με τους αγώνες του έστειλε εκεί που της αξίζει, αλλά για την ανάκτηση του μονοπωλίου της ρατσιστικής, φασιστικής και κατασταλτικής βίας, έχοντας απέναντι της μία αντιπολίτευση ανύπαρκτη κεντρικά πολιτικά και αδύναμη να κινηθεί ακόμα κινηματικά, όσο η κατάσταση της πανδημίας τον τελευταίο χρόνο καθιστά ακόμα ανέφικτο το ξεδίπλωμα των αντιστάσεων.

Με τις σκέψεις αυτές και έχοντας υπόψη την παραπάνω συγκυρία διατυπώνουμε ορισμένες οδηγίες που κρίνουμε αναγκαίο να έχουν υπόψη όσοι βρεθούν στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να υπερασπιστούν τον εαυτό τους απέναντι στην καταστολή λαμβάνοντας κρίσιμες αποφάσεις υπό πίεση χρόνου και συχνά χωρίς τη δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας με τον δικηγόρο τους.

Ι. ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΕ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΤΙΡΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΣΗΜΕΙΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΥΛΛΗΨΗΣ Μην κρατάς μαζί σου έγγραφα με τηλέφωνα και άλλα προσωπικά δεδομένα, που η πιθανότητα

κατάσχεσής τους θα σε ταλαιπωρήσει η  θα εκθέσουν σε κίνδυνο άλλα άτομα (π.χ. usb, σημειώσεις), καθώς επίσης και αντικείμενα, που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως όπλα (π.χ. σουγιάδες, σπρέϋ πιπεριού), ούτε βέβαια άλλα αντικείμενα που η ποινικοποίησή τους είναι αυτονόητη (π.χ. ουσίες). Να θυμάσαι ότι πλέον σχεδόν παντού υπάρχουν κάμερες και αστυνομικοί με πολιτικά.

Έχε μαζί σου πάντοτε αστυνομική ταυτότητα, κινητό τηλέφωνο (όχι βαρυνόμενο με δεδομένα όπως τα παραπάνω η επιλήψιμες κλήσεις και μηνύματα) και τηλεκάρτα. Αν είσαι μετανάστης και τα νομιμοποιητικά της παραμονής σου στη χώρα. Γνώριζε ή έχε σημειωμένους αριθμούς τηλεφώνων ανθρώπων, με τους οποίους θα χρειαστεί να επικοινωνήσεις άμεσα μετά την σύλληψή σου (συγγενείς, συγκατοίκους, δικηγόρους κ.λ.π.) και γνώριζε ότι σε περίπτωση σύλληψης ή και προσαγωγής σου το κινητό σου τηλέφωνο θα σου αφαιρεθεί ή θα σου απαγορευθεί η χρήση του.

Α) Η διοργάνωση υπαίθριων συναθροίσεων, παρά το γεγονός ότι είναι κατ’ αρχήν ελεύθερη σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος, έχει περιοριστεί σημαντικά με τον Ν.4703/2020, ο οποίος προβλέπει την υποχρέωση γνωστοποίησης, την δήλωση προσώπου οργανωτή της συνάθροισης (άρθρα 3 και 4), ο οποίος μάλιστα έχει και αστική (οικονομική) ευθύνη για τυχόν ζημίες που θα προκληθούν κατά την διεξαγωγή της (άρθρο 13), ενώ η αστυνομία διατηρεί το δικαίωμα επιβολής περιορισμών ή και διάλυσης (άρθρα 8, 9) μίας συνάθροισης εγκεκριμένης ή αυθόρμητης, καθώς και το δικαίωμα να παρευρίσκεται επίσημα αντιπρόσωπός της μέσα στον χώρο της συνάθροισης, προκειμένου να διαμεσολαβεί και να διαπραγματεύεται με τους οργανωτές. Εχει συγκροτηθεί μάλιστα και ειδικό αστυνομικό σώμα για αυτόν τον σκοπό. Η συμπεριφορά εκείνη, η οποία εκτρέπει τον ειρηνικό χαρακτήρα συνάθροισης αποτελεί αδίκημα (άρθρο 13). Είναι η πρώτη φορά που θεσπίζεται μία τόσο εκτεταμένη ομάδα περιορισμών στο δικαίωμα των συναθροίσεων, που ξεπερνάει ακόμα και τα νομοθετήματα της χούντας. Η θέσπιση του νόμου αυτού έχει σχεδόν συμπέσει με τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας και έτσι δεν έχει δοθεί η ευκαιρία διοργάνωσης μαζικών συναθροίσεων χωρίς τον φόβο και τα προσχήματά της, ώστε να κριθεί εάν τελικά θα υπερισχύσει στην πράξη του δικαιώματος της διαδήλωσης.


Β) αδίκημα αποτελεί και η διατάραξη λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας (Π.Κ. 168), καθώς  και η παράνομη είσοδος η παραμονή σε χώρο δημοσίων υπηρεσιών σε χώρο δημοσίου κτιρίου εφόσον προκαλεί διακοπή η σοβαρή διατάραξη της λειτουργίας τους (περιπτώσεις καταλήψεων, δυναμικών παρεμβάσεων σε συνεδριάσεις διοικητικών οργάνων κλπ). Ας μην ξεχνάμε και το ότι ένας από τους πρώτους νόμους της κυβέρνησης αυτής (άρθρο 64 ν. 4623/2019) ήταν η κατάργηση του “Πανεπιστημιακού Ασύλου“. ενώ εξακολουθεί να ισχύει και το “ιδιώνυμο” για κινητοποιήσεις σε πλειστηριασμούς (ΠΚ 168 παρ. 3).

Και στις δύο περιπτώσεις (υπαίθριες συναθροίσεις και κινητοποιήσεις σε δημόσια κτίρια) έχουμε αδικήματα φυσικά επ αυτοφώρω διωκόμενα και συλλαμβανόμενα,

Και βέβαια η άσκηση βίας ή ακόμα και η απειλή βίας εναντίον αστυνομικού από πρόσωπο, το οποίο συλλαμβάνεται ή τρίτον που προστρέχει να τον βοηθήσει, αποτελεί επίσης αυτόφωρο αδίκημα, παλιότερα λεγόταν “αντίσταση κατά της αρχής”, σήμερα “βία κατά υπαλλήλων” και συνεπώς όσο άδικη και αν είναι η σύλληψη, η προσπάθεια αποφυγής της με βία ή απειλή βίας δεν έχει παρά να προσθέσει ένα ακόμα αδίκημα σε βάρος των συλλαμβανόμενων.

Εκείνο που πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε είναι ο συλλαμβανόμενος να φωνάζει το όνομά του και την ιδιότητά του, προκειμένου να ακούγονται δημόσια η άδικη σύλληψη του και να εκτίθενται οι αστυνομικοί που την πραγματοποιούν. Ο συλλαμβανόμενος θα πρέπει να προσέχει την στιγμή της σύλληψής του, ιδίως εάν έχουν προηγηθεί επεισόδια στην διαδήλωση, αν κάποιοι αστυνομικοί έρχονται και τοποθετούν δίπλα του διάφορα αντικείμενα πειστήρια, προκειμένου να του τα χρεώσουν στην συνέχεια και να ισχυριστούν ότι αυτός τα κατείχε (π.χ. κοντάρια, ξύλα, πέτρες και άλλα αντικείμενα πρόσφορα για επίθεση και άμυνα). Επίσης να συγκρατεί το ακριβές σημείο και την ώρα της σύλληψής του, όσο μπορεί τα διακριτικά και τα χαρακτηριστικά των αστυνομικών που τον συλλαμβάνουν, καθώς και το αν κάποιος από αυτούς είναι χτυπημένος η τραυματίας. Δεν αποκλείεται στη συνέχεια της διαδικασίας να εμφανισθούν άλλοι αστυνομικοί ισχυριζόμενοι ότι αυτοί τον συνέλαβαν. Να προσέχει επίσης αν στο σημείο της σύλληψής του υπάρχουν άλλα άτομα που την παρακολούθησαν και ενδεχομένως μπορούν να καταθέσουν για τις συνθήκες της. Και να έχει το νού του στα πράγματα που έχει πάνω του μην χαθούν ή αναμιχθούν με άλλα..

Και φυσικά να μην αδιαφορήσει εάν ο συλλαμβανόμενος η ο κακοποιούμενος είναι κάποιος άλλος. Να βρεί τρόπο το συντομότερο να μάθει ποιος είναι και να έρθει  σε επαφή μαζί του για να τεθεί στη διάθεση της υπεράσπισής του.


Οι συνηθισμένες κατηγορίες που αποδίδονται σε διαδηλωτές, εκτός από αυτές που προβλέπει ο  ν. 4703/2020  είναι η “διατάραξη κοινής ειρήνης”  (Π.Κ. 189 – συμμετοχή σε πλήθος που βιαιοπραγεί έστω και αν ο συμμετέχων είναι αμέτοχος), σωματικές βλάβες διαβαθμισμένες ανάλογα με τη σοβαρότητά τους σε “απλές” η “επικίνδυνες” (το πιο συνηθισμένο) εναντίον αστυνομικών, η απόπειρα αυτών, “φθορά ξένης περιουσίας” (αν έχουν γίνει σπασίματα). Επίσης και οπλοφορία, οπλοχρησία με “πειστήρια” αντικείμενα όπως κοντάρια για σημαίες και πανώ, πέτρες κλπ. Μπορεί και άλλα όπως παρακώλυση συγκοινωνιών, κατάληψη οδοστρώματος κλπ σε περίπτωση εποχούμενων κινητοποιήσεων (π.χ. διόδια, αγροτικά μπλόκα). Αυτά είναι πλημμελήματα, έχουν μικρές σχετικά ποινές και πάνε συνήθως αυτόφωρο. Αν έχουν γίνει σοβαρότερα επεισόδια αποδίδονται και κακουργήματα (κατοχή εκρηκτικών, έκρηξη και εμπρησμός με κίνδυνο κατά ανθρώπων, βαρειά σωματική βλάβη η απόπειρα αυτής κ.λ.π.). Τα κακουργήματα απειλούνται με μεγαλύτερες ποινές, πάνε σε ανακριτή μετά τον εισαγγελέα, αντιμετωπίζουν κίνδυνο προφυλάκισης η περιοριστικών όρων μέχρι τη δίκη, η οποία αργεί.

ΙΙ. ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ – ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ – ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Το Π.Δ. 141/1991, που θεσπίστηκε στην εποχή του πατέρα Μητσοτάκη και αποτυπώνει το γνωστό δόγμα του προς την αστυνομία «Το κράτος είστε εσείς», δίνει εκτεταμένες εξουσίες στους αστυνομικούς που περιπολούν σε οποιαδήποτε περιοχή να σε σταματούν στο δρόμο αδιαφορώντας αν βιάζεσαι και που πηγαίνεις και να προβαίνουν σε εξακρίβωση στοιχείων, προσαγωγή και σωματική έρευνα οποιουδήποτε θεωρούν ύποπτο για την διάπραξη κάποιου αδικήματος (“σοβαρή υπόνοια για την τέλεση αξιόποινης πράξης”), χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να τους συγκεκριμενοποιούν ποιο είναι το αδίκημα και ποιος είναι ο σκοπός της έρευνας. Στην ουσία, δηλαδή, τους επιτρέπει να αυθαιρετούν εναντίον πολιτών που επιλέγουν και να τους υποβάλλουν στα παραπάνω καψόνια, που συχνά συνεπάγονται πολύωρη παραμονή στο Α.Τ.

Να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό, ότι η εξακρίβωση των στοιχείων δεν εξαντλείται στην επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας που κατά κανόνα φέρει μαζί του ο κάθε διερχόμενος (αν όμως δεν την έχει μαζί του η προσαγωγή είναι βέβαιη), αλλά εκτείνεται και στον έλεγχο της γνησιότητάς της, καθώς επίσης και στον έλεγχο της ποινικής του κατάστασης, εάν δηλαδή εκκρεμούν εναντίον του καταδικαστικές αποφάσεις, εντάλματα σύλληψης κ.λ.π.. Εάν ο προσαγόμενος είναι αλλοδαπός ερευνάται και η νομιμότητα παραμονής του στην χώρα, προκειμένου σε αντίθετη περίπτωση να ενεργοποιείται η διοικητική του κράτηση ενόψει διαδικασίας απέλασης.

Είναι αυτονόητο, ότι όλα αυτά καθόλου δεν δικαιολογούν την πρακτική των προσαγωγών, καθώς θα ήταν παράλογο και ανορθόδοξο η αστυνομία να επιδιώκει την σύλληψη των φυγόδικων και φυγόποινων, μπουζουριάζοντας όποιον βρίσκει μπροστά της στο αστυνομικό τμήμα υποβάλλοντάς τον σε πολύωρη κράτηση και δαπανώντας πολλαπλάσιες εργατοώρες από εκείνες που χρειάζεται για να αναζητήσει τα πρόσωπα, τα οποία γνωρίζει. Είναι, όμως, μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία για καψόνι και πειθάρχηση ενός μέρους της κοινωνίας και σαν τέτοιο χρησιμοποιείται.

Μάλιστα, εδώ και μία δεκαετία καθιερώθηκε η πρακτική των «προληπτικών προσαγωγών», δηλαδή η γενικευμένη τακτική μαζικών προσαγωγών από την αστυνομία προσώπων, τα οποία προσέρχονταν σε χώρο προγραμματισμένων συναθροίσεων και έπεφταν στα μπλόκα της αστυνομίας τριγύρω από αυτήν και χωρίς καμία αιτιολογία οδηγούνταν στα αστυνομικά τμήματα, όπου παρέμεναν μέχρι την λήξη των διαδηλώσεων και απελευθερώνονταν μετά.

Οσον αφορά τη σωματική έρευνα (ΚΠΔ 257) επιβάλλεται να γίνεται (όπως και κάθε προσαγωγή, σύλληψη κλπ) με σεβασμό της αξιοπρέπειας. Και πάλι η πρακτική της δημοσιοποίησης της αυθαίρετης προσαγωγής, εξακρίβωσης ή σύλληψης αποτελεί το μοναδικό όπλο αυτού που την υφίσταται φωνάζοντας το όνομα, την ιδιότητα του και το άδικο της προσαγωγής του για να ακουστεί στην περιοχή που γίνεται αυτή, καθώς και η επικοινωνία του το συντομότερο δυνατό με τηλεφώνημα ή sms προς τον δικηγόρο του. Πλην της αναφοράς των στοιχείων μας δεν απαντάμε σε άλλες ερωτήσεις (π.χ. πού πήγαινες, τι δουλειά είχες εκεί κλπ) και απαιτούμε την  άμεση απελευθέρωσή μας. Δεν είσθε – τουλάχιστον ακόμα – ούτε μάρτυρες, ούτε κατηγορούμενοι.


III. ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Ζήτα να πληροφορηθείς για ποιόν λόγο συλλαμβάνεσαι ή προσάγεσαι. Απενεργοποίησε το κινητό σου η αφαίρεσε την κάρτα του πριν το παραδώσεις. Εάν η μεταφορά συνοδεύεται από χειροδικίες, λεκτική βία, τσαμπουκά κ.λ.π., φρόντισε να συγκρατήσεις τα χαρακτηριστικά των αστυνομικών που συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο ή τα διακριτικά τους (παρότι συνηθίζουν να τα κρύβουν επιμελώς). Φώναξε για να τους εκθέσεις δημόσια. Μην δείξεις φόβο. Προσπάθησε να συγκρατήσεις ώρα και τόπο σύλληψης, τυχόν μάρτυρες κλπ. Δες που ακριβώς σε πηγαίνουν.

Εάν η μεταφορά είναι ομαδική (π.χ. σε κλούβα) έχε το νου σου σε αντίστοιχες συμπεριφορές εναντίον συγκρατουμένων σου και προσπάθησε να διαμορφώσεις συνθήκες ενημέρωσης, αλληλεγγύης και συλλογικής διεκδίκησης των δικαιωμάτων σας. Αποφύγετέ συζητήσεις σχετικά με τα περιστατικά και τις συνθήκες σύλληψης σας μπροστά στους αστυνομικούς.

ΙΙΙ. ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΡΑΤΗΣΗΣ –  ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει, ότι όποιος προσάγεται για οποιονδήποτε λόγο σε Α.Τ. ή στην ΓΑΔΑ παραμένει εκεί τουλάχιστον για τέσσερις ώρες, στην διάρκεια των οποίων (η του μεγαλύτερου μέρους τους) συνήθως στερείται του δικαιώματος χρήσης του κινητού του τηλεφώνου και γενικότερα του δικαιώματος επικοινωνίας, παράνομα φυσικά, όπως παρακάτω εκτίθεται. Σημασία έχει να είναι προετοιμασμένος ψυχολογικά, ότι θα χάσει αυτές τις ώρες και να γνωρίζει τι περίπου πρόκειται να επακολουθήσει, προκειμένου να μην ψαρώσει, να μην αιφνιδιαστεί, να μην φοβηθεί και να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση σύμφωνα με τα δικαιώματα του. Η έλλειψη ψυχραιμίας, ο φόβος και η εκδήλωση του άγχους τροφοδοτεί ψυχολογικά τους αστυνομικούς και εμπεδώνει την αίσθηση κυριαρχίας και υπεροχής τους υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια άσκησης των δικαιωμάτων του κρατούμενου. Η γνώση, η αντίληψη της όλης κατάστασης, η υπερνίκηση της εύλογης δυσαρέσκειας από την επικείμενη κράτηση και η αποτροπή του αιφνιδιασμού είναι μεγάλη δύναμη και λειτουργεί αντίθετα. Από την άλλη πλευρά καλό είναι να μην υπερεκτιμώνται τα δικαιώματα και να γίνεται κατανοητό ότι ο κρατούμενος βρίσκεται σε ένα δυσμενές εναντίον του αποδεικτικό περιβάλλον αποτελούμενο από επαγγελματίες που ξέρουν να κατασκευάζουν αποδείξεις, να συγκαλύπτουν ευθύνες, να χειρίζονται πρόσωπα και καταστάσεις. Δεν συνιστάται συνεπώς η έπαρση, ούτε η απερίσκεπτη υποβολή μηνύσεων κατά αστυνομικών χωρίς τη συμβουλή δικηγόρου και αν δεν υπάρχουν σοβαρά στοιχεία. Ούτε βέβαια και η ανταπόκριση σε καλοπιάσματα συνεργασίας από “καλούς αστυνομικούς”. Αυτά αποσκοπούν στην καλύτερη περίπτωση στην παραμέληση των δικαιωμάτων του και στη χειρότερη στη χαφιεδοποίησή του.

Εάν ο κρατούμενος πάσχει από οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που επιβάλλει την λήψη φαρμακευτικής αγωγής μέσα στο χρονικό διάστημα που πρόκειται να είναι κρατούμενος, οφείλει να το δηλώσει αμέσως στον αξιωματικό υπηρεσίας, να τον θέσει προ των ευθυνών του και να απαιτήσει την δυνατότητα να του προσφερθούν φάρμακα ή να επικοινωνήσει με πρόσωπο της επιλογής του, προκειμένου να τα φέρει στο Α.Τ. ή να εξεταστεί από γιατρό.

Στην περίπτωση που είναι τραυματίας, ύστερα από χτυπήματα αστυνομικών, οφείλει πριν από οτιδήποτε άλλο να ζητήσει να του δοθεί η δυνατότητα (προβλέπεται και επιτρέπεται) να υποβάλει επί τόπου μήνυση εναντίον παντός υπευθύνου αστυνομικού είτε τον γνωρίζει, είτε όχι προσωπικά, διότι μόνο εφόσον υποβάλει μήνυση έχει το δικαίωμα να εξεταστεί από ιατροδικαστή άμεσα, καθώς η αστυνομία έχει την υποχρέωση αμέσως μετά την υποβολή της μήνυσης και την σχετική δήλωση τραυματισμού από τους μηνυόμενους να τον στείλει για ιατροδικαστική εξέταση.

Ζητάς πάντα τα στοιχεία όσων σε συνέλαβαν, ιδίως εάν σε κακοποίησαν, με το που πας στον χώρο κράτησης. Δείχνεις ότι γνωρίζεις τα δικαιώματά σου και ότι είσαι σε θέση να τα ασκήσεις. Σε κάθε άλλη περίπτωση τραυματισμού, που δεν σχετίζεται με αξιόποινη πράξη, για την οποία επιθυμεί να υποβάλει μήνυση, πρέπει να ζητά την προσαγωγή του σε νοσοκομείο στην διάρκεια της κράτησης του.

Κάθε παραβίαση των παραπάνω (και όχι μόνον) δικαιωμάτων του και κάθε σχετικό αίτημα είναι αναγκαίο να αναφέρεται έγκαιρα όποτε του δίνεται δικονομικά ο λόγος (πχ στην έκθεση απολογίας του).

ΙV. Ε Ν Η Μ Ε  Ρ Ω Σ Η   –   Ε Π Ι Κ Ο Ι Ν Ω Ν Ι Α

Σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠΔ στον ύποπτο ή κατηγορούμενο που συλλαμβάνεται ή κρατείται, παρέχεται αμέσως έγγραφο, στο οποίο καταγράφονται τα δικαιώματά του και του επιτρέπεται να το διατηρεί στην κατοχή του. Στην πράξη τέτοιο έγγραφο δεν χορηγείται, ενώ πράγματι θα έπρεπε με την είσοδό του στο αστυνομικό τμήμα ο ύποπτος να λαμβάνει ένα τέτοιο έγγραφο και στην ατελείωτη διάρκεια της παραμονής του στο Α.Τ. να έχει όλη την πολυτέλεια να το διαβάζει.

Το έγγραφο αυτό όμως δεν παρέχεται, αλλά συνήθως ενσωματώνεται (όχι πάντα και πολλές φορές συνοπτικά και όχι αναλυτικά όπως απαιτείται) στο κείμενο του κατηγορητηρίου επί του οποίου καλείται να απολογηθεί χωρίς καλά καλά να προλάβει να το διαβάσει, διότι αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι να διαβάσει ο ύποπτος ή κατηγορούμενος τα δικαιώματά του, αλλά απλώς να υπογράψει ότι έλαβε γνώση τους και συνήθως ότι παραιτείται της άσκησης τους, έτσι ώστε να νομιμοποιείται εκ μέρους τους η απαγόρευση  της άσκησης των δικαιωμάτων αυτών και να δημιουργείται η ψευδής παράσταση, ότι του δόθηκε η δυνατότητα να τα ασκήσει, αλλά εκείνος την απεμπόλησε.

Ακόμα ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα άμεσης επιτυχούς επικοινωνίας με ένα τουλάχιστον πρόσωπο της επιλογής του. Για τους ανηλίκους προβλέπεται υποχρεωτικά η ενημέρωση των γονέων τους και για τους αλλοδαπούς το δικαίωμα επικοινωνίας με τις προξενικές αρχές της χώρας τους. Στα πρόσωπα δικαιούμενης επικοινωνίας συγκαταλέγονται φυσικά και οι δικηγόροι, αφού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να απαγορευθεί η επικοινωνία κατηγορουμένου με τον δικηγόρο του (άρθρο 99 παρ. 4). Ειδικά, δε, για την επικοινωνία με τον δικηγόρο, προβλέπεται ρητά ότι είναι απολύτως απόρρητη, γίνεται δηλαδή χωρίς να παρακολουθείται από αστυνομικούς ή οποιονδήποτε τρίτο. Στην πράξη τα δικαιώματα αυτά δεν τηρούνται επίσης παρά μόνο αν απαιτηθεί.

Η επικοινωνία με δικηγόρο χρειάζεται για να δοθούν οι σχετικές συμβουλές και οδηγίες τηλεφωνικά η και στη συνέχεια ο δικηγόρος να εμφανισθεί στο Α.Τ, να διαβάσει τη δικογραφία, να συμβουλεύσει πάλι τον κατηγορούμενο η και να παραστεί στην απολογία του. Και με τους συγγενείς για να ξέρουν, να βοηθήσουν και για συγκατοίκους προκειμένου να είναι σε ετοιμότητα για τυχόν  κατ οίκον έρευνα που μπορεί λόγω αυτοφώρου να γίνει και νύχτα η αργία.


Κατ’ αρχήν, η διατύπωση των παραπάνω διατάξεων περιλαμβάνει μόνο τους κατηγορούμενους ή ύποπτους, όχι όμως και τους προσαγόμενους για εξακρίβωση ή άλλο λόγο. Κατά συνέπεια η ιδιότητα του απλώς προσαγόμενου και η καθυστέρηση απόδοσης της ιδιότητας του κατηγορουμένου ή υπόπτου αποτελεί ένα πρώτης τάξεως πρόσχημα για την παραβίαση αυτών των δικαιωμάτων, αφού ο προσαγόμενος δεν έχει καταστεί ακόμα κατηγορούμενος.

Στην διάρκεια των  ωρών που προαναφέρθηκαν, η αστυνομία αποφασίζει αν τελικά θα μετατρέψει την προσαγωγή σε σύλληψη και στην δεύτερη περίπτωση προχωρεί στην σύνταξη της δικογραφίας, προετοιμάζοντας ανάλογα την ποινική μεταχείριση του συλλαμβανόμενου. Ο ίδιος ο συλλαμβανόμενος, όμως, αδυνατεί (παρά το ότι ο νόμος το προβλέπει σχετικά), τόσο να έχει στην κατοχή του το έγγραφο με τα δικαιώματα που αναφέρθηκε πριν, όσο και να έχει επικοινωνήσει με δικηγόρο ή άλλο πρόσωπο της επιλογής του. Στην πράξη η κράτηση των προσώπων αυτών διαπιστώνεται συνήθως από τηλεφωνική επικοινωνία του δικηγόρου με την ΓΑΔΑ ή το αστυνομικό τμήμα και ύστερα από πολλές πιέσεις, ενώ ο χρόνος σχηματισμού της δικογραφίας και τελικά η δυνατότητα επικοινωνίας με δικηγόρο, κατά περίπτωση διαρκούν πάρα πολλές ώρες, ενώ συχνά όταν επιτρέπεται να ανέβει για να δει τον κρατούμενο έχει ήδη ολοκληρωθεί η προανακριτική διαδικασία και ο κατηγορούμενος «έχει απολογηθεί». Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ο κατηγορούμενος να προσέχει τι υπογράφει, ιδίως να μην υπογράφει ότι παραιτείται των δικαιωμάτων του και να αρνείται να απολογηθεί χωρίς προηγουμένως να του έχει δοθεί το δικαίωμα πρόσβασης στην δικογραφία για επαρκή χρόνο (δεν μιλάμε φυσικά για μέρες η έστω ώρες, αλλά για στοιχειώδη εύλογο χρόνο ανάλογα και με τον όγκο της δικογραφίας) και το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο.

Επίσης πάντα η πρώτη ερώτηση σε κάθε κατηγορητήριο είναι αν ο κατηγορούμενος έχει κατηγορηθεί για άλλη αιτία. Η ερώτηση αυτή, την οποία συνηθίζουν όχι μόνο αστυνομικοί, αλλά και ανακριτές, είναι απαράδεκτη και αντίθετη στο τεκμήριο αθωότητας (άρθρο 71), και συχνά οδηγεί σε ανεπαρκείς και εσφαλμένες απαντήσεις αφού ο κατηγορηθείς στη συνέχεια μπορεί να έχει αθωωθεί η να μην έχει καταδικαστεί αμετάκλητα. Η και να αγνοεί η να έχει ξεχάσει την περίπτωση, ιδίως αν έχει περάσει πολύς χρόνος. Αλλωστε οι ερωτώντες γνωρίζουν από το δελτίο της σήμανσης (βλ. παρακάτω) ποια είναι η απάντηση στο ερώτημα που θέτουν και επιδιώκουν απλά και μόνο την επιβεβαίωσή της ή την εξώθηση του κατηγορούμενου σε ψευδή απάντηση. Η προκατάληψη και η έλλειψη αμεροληψίας σε βάρος του κατηγορουμένου είναι αναμφισβήτητη. Ιδανική απάντηση είναι ότι «δεν έχω καταδικαστεί για κανένα αδίκημα» η όταν αυτό δεν αντιστοιχεί στην αλήθεια “Η ερώτηση παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητάς μου και δεν απαντώ”.